Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

«Προσευχή και νηστεία, τα πανίσχυρα όπλα της ζωής μας»

Μήνυμα ελπίδας και αισιοδοξίας προς τον δοκιμαζόμενο λαό και τους «εγκλείστους» πιστούς, εξαιτίας των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού, απηύθυνε, με το σημερινό κήρυγμά του, από τον Ιερό Ναό του Αγίου Προκοπίου, Μετόχι της Ιεράς Μονής Κύκκου, στη Λευκωσία, ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρος.
Ο Πανιερώτατος εκφράζοντας την πατρική του ανησυχία για τις στιγμές φρίκης, δοκιμασίας και αγωνίας και για όλα όσα καθημερινά επισυμβαίνουν γύρω μας, τόσο στην Κύπρο, αλλά και σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα, εξέφρασε την ελπίδα για ένα αίσιο τέλος σε αυτή τη δοκιμασία και κάλεσε τον λαό να εντείνει τις προσευχές και τις δεήσεις του προς τον Κύριο, ώστε «να φανεί ίλεως και σύντομα να σβήσει τη φλόγα της φρικτής αυτής δοκιμασίας μας».
Παίρνοντας αφορμή από τη σημερινή Ευαγγελική περικοπή και την απάντηση του Κυρίου στην απορία των μαθητών Του, επεσήμανε ότι, «η προσευχή και η νηστεία είναι τα δύο πανίσχυρα όπλα στη ζωή μας», θέση και άποψη την οποία στήριξε ακολούθως, μέσα από τον Αγιογραφικό και Αγιοπατερικό λόγο της Εκκλησίας μας.
«Τούτες τις μέρες της Μεγάλης Σαρακοστής, κατά την περίοδο αυτή της νηστείας, της θερμής προσευχής και της έντονης μυστηριακής ζωής, ας χρησιμοποιήσουμε όλοι εντονότερα τα δύο αυτά πνευματικά όπλα, την προσευχή και τη νηστεία, για να αναδειχθούμε νικητές στον αγώνα κατά του διαβόλου και της αμαρτίας, αλλά και κατά των πειρασμών που μας πολιορκούν και των κινδύνων, των ποικίλων κινδύνων και δοκιμασιών που μας περιζώνουν. Και αυτή τη φορά οι κίνδυνοι και οι δοκιμασίες δεν είναι μόνο εθνικοί, αφορούν την ανθρωπότητα ολόκληρη, είναι παγκόσμιοι», ανέφερε.
Ο Κύκκου Νικηφόρος απάντησε ακολούθως στο ερώτημα γιατί ο Θεός να επιτρέψει αυτή την τόσο επικίνδυνη, οδυνηρή και θανατηφόρα δοκιμασία.
«Ο Θεός δεν είναι βέβαια κακός. Ο Θεός είναι αγάπη, είναι η αυτοαγάπη και δεν θέλει σίγουρα το κακό μας, δεν θέλει να μας βλέπει να υποφέρουμε. Με τις ασθένειες, όμως και τις άλλες δοκιμασίες θέλει να μας βοηθήσει να ανανήψουμε, να ξυπνήσουμε από τον ηθικό και πνευματικό λήθαργο μας και να αγωνιστούμε για να επιτύχουμε κάτι καλύτερο, κάτι ανώτερο, κάτι πνευματικότερο, για τη δική μας ψυχική ωφέλεια και αιώνια σωτηρία», τόνισε.
«Γνωρίζω ότι οι ώρες που περνούμε είναι δύσκολες και η δοκιμασία όλων μας πολύ σκληρή», ανέφερε στη συνέχεια του λόγου του ο Πανιερώτατος, για να σημειώσει ότι «η Εκκλησία μας πιστεύει ότι υπερτάτη αξία του κόσμου είναι ο άνθρωπος και ότι η ελευθερία του αποτελεί κορυφή και στεφάνωμα του βίου του, γι’ αυτό και η στέρηση της ελευθερίας μας με τον εξ ανάγκης εγκλεισμό όλων στα σπίτια και στα διαμερίσματά μας, είναι μία οδυνηρή δοκιμασία. Δοκιμάζονται οι αντοχές όλων μας. Πρέπει όμως να αντέξουμε, πρέπει να πειθαρχήσουμε όλοι στις οδηγίες και στα διατάγματα της κυβερνήσεώς μας, γιατί μόνο έτσι θα σπάσουμε την αλυσίδα διασποράς του επάρατου αυτού κορωνοϊού».
Λόγους παρηγοριάς μετέφερε και προς τους νέους μας, αλλά και προς όλους όσους «η στέρηση της θείας Κοινωνίας, της ουράνιας αυτής θεϊκής τροφής, του αντίδοτου αυτού του θανάτου, δημιουργεί συνειδησιακό πρόβλημα».
«Οφείλω να σας επισημάνω, για να ηρεμίσω τις ψυχές σας και να γαληνεύσω τις συνειδήσεις σας, ότι η αναγκαστική χωρίς τη δική σας θέληση στέρηση της θείας Κοινωνίας δεν αποτελεί αμάρτημα. Αμαρτία είναι όταν ο άνθρωπος απέχει εκούσια από τη θεία Κοινωνία. Όταν, δηλαδή, ενώ είναι ελεύθερος να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του ιερέως να προσέλθει «μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης», για να κοινωνήσει Σώμα και Αίμα Κυρίου «εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον», δεν ανταποκρίνεται και δεν προσέρχεται».
Κατακλείοντας τον μεστό θεολογικό του λόγο, ο Κύκκου Νικηφόρος, κάλεσε όλους να επιδείξουν υπομονή και καρτερία και αγόγγυστα να υπομείνουν τη δοκιμασία.
«Ο Θεός που παραχωρεί τις θλίψεις και τις δοκιμασίες δεν θα μας αφήσει να πειρασθούμε παραπάνω από τις δυνάμεις μας, αλλά μαζί με τον πειρασμό θα μας δώσει και τη  δύναμη, ώστε να μπορούμε να τον υποφέρουμε. Ναι, αδελφοί μου. Πέραν από τις θλίψεις και τις δοκιμασίες, πέραν από τον Σταυρό υπάρχει η Ανάσταση και αν προς ώρας πειρασθούμε, ο Κύριος του οποίου την ένδοξον εκ νεκρών ζωηφόρον Ανάστασή Του σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε θα δώσει την έκβαση», επεσήμανε χαρακτηριστικά.
Λουκάς Α. Παναγιώτου

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

“Ατενίζοντας τον Σταυρό πορευόμαστε στον δρόμο της Αναστάσεως”

Παρά τις απρόοπτες αλλαγές που επέφερε η πρωτόγνωρη πανδημία του Kορωνοϊού, η Εκκλησία μας τίμησε και πρόβαλε σήμερα, τρίτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τον Τίμιο Σταυρό, το μέγιστο αυτό σύμβολο της χριστιανικής πίστεςω μας.
Στον Ιερό Ναό Αγίου Προκοπίου, Μετόχι της Ιεράς Μονής Κύκκου, στη Λευκωσία, στην παρουσία ελάχιστων πιστών, λόγω των ειδικών μέρων για τον Κορωνοϊό, εορτάστηκε, με τη δέουσα λαμπρότητα, η Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως.
Αξίζει να σημειωθεί ότιη εν λόγω εκκλησία είναι ναός αναφοράς για την Κύπρο, μιας και από εδώ, μέσω της τηλεοπτικής μετάδοσης, διακονούνται οι ανάγκες των χιλιάδων πιστών που στερούνται τις μέρες αυτές τις Ιερές Ακολουθίες. Η μετάδοσηαυτή, που αποτελεί άλλη μια προσφορά της Ιεράς Μονής Κύκκου, είναι μάλιστα Παγκύπρια, αλλά και Παγκόσμια μέσω του δορυφορικού σήματος που προσφέρει, σε όλη την οικουμένη, το ΡΙΚ.
Ιερουργούντες ήταν ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Πυλιώτης και οι Διάκονοι Ιάκωβος Αλαγιούπ και Θεοχάρης Διάκος, ενώ στα ιερά αναλόγια έψαλλαν οι Ιεροψάλτες του Ναού Άριστος Θουκυδίδης και Νίκος Παναγιώτου.
Προ της Θείας Μεταλήψεως, σεπτή ευλογία του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου, τη διακονία του θείου λόγου ανέλαβε ο Ελλογιμώτατος, τέως Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ και Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Καθηγητής Χρήστος Κ. Οικονόμου, ο οποίος αναφέρθηκε στον κίνδυνο της πανδημίας του Κορωνοϊού, αλλά και στον Σταυρό και στην πορεία μας στον δρόμο της Αναστάσεως.
«Εν μέσω μιας παγκόσμιας τραγωδίας, μπροστά σε μια κατάσταση θανάτου, μπροστά στην φάση της απόγνωσης του ανθρώπου, υψώνεται ο λόγος της Εκκλησίας. Λόγος χαρμολύπης, λόγος αισιοδοξίας, λόγος υπομονής», τόνισε.
«Σήμερα, Γ΄ Κυριακή των Νηστειών, η Εκκλησία προβάλλει ένα ισχυρό όπλο στον παγκόσμιο άνθρωπο, τον Σταυρό του Χριστού, το σύμβολο του πάθους, το σύμβολο του πόνου, της θλίψης, της αγωνίας, του άγχους και καλεί τον κάθε άνθρωπο μπροστά στη στιγμή της απελπισίας του να υψώσει, να προσέλθει στα πόδια του εσταυρωμένου Χριστού για να δει ότι όπως ο άνθρωπος, ο κάθε ένας, παγκόσμια σήμερα πάσχει, πρώτος έπαθε και μάλιστα μέχρι θανάτου, «θανάτου δε σταυρού», ο ίδιος ο ιδρυτής της Εκκλησίας μας. Έτσι, λοιπόν, επειδή γνωρίζει από πόνο απλώνει τα χέρια Του, τα εσταυρωμένα, στον κάθε άνθρωπο και τον προσκαλεί από Ανατολή και Δύση, τους εγγύς και τους μακράν, να πλησιάσουν και να πάρουν δύναμη απ’ αυτή την παντοδυναμία που εκφράζει ο Υιός και Λόγος του Θεού, έστω και ανεβαίνοντας εις τον Σταυρό».
Ο κ. Οικονόμου υποστήριξε στη συνέχεια, ότι «αυτή η παγκόσμια τραγωδία δεν αφήνει ασυγκίνητη την Εκκλησία. Δεν αφήνει ασυγκίνητη την Παναγία. Δεν αφήνει ασυγκίνητους τους Αγίους. Οι πάντες συμπάσχουν και συμπορεύονται σ’ αυτό τον πόνο. Γι’ αυτό ελπίδα και στήριγμά μας είναι όλο αυτό το νέφος των μαρτύρων, το πλήθος των αγίων, η ίδια η Παναγία Μητέρα μας, η Ελεούσα του Κύκκου, η οποία ελεεί και σπλαχνίζεται τον κάθε άνθρωπο, ο οποίος προσέρχεται με πίστη και ελπίδα στα αχναρόποδα του εσταυρωμένου Υιού της, του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού».
«Η ανθρώπινη δύναμη φάνηκε ότι είναι ισχνή, είναι περιορισμένη, είναι ατελής μπροστά σ’ αυτή την πανσθενεία, η οποία παρουσιάστηκε εκ του μηδενός, σε μια στιγμή που ο άνθρωπος ανύποπτα πορεύεται την πορεία της ζωής του με την τραγικότητα, αλλά και με την χαρά, με την απαισιοδοξία, αλλά και την ελπίδα. Παρουσιάζεται, λοιπόν, αυτή η τραγωδία, η πανδημία, η οποία δημιούργησε τρόμο, φόβο και απελπισία στον κάθε άνθρωπο. Εκεί που ο καθένας βρισκόμαστε κλεισμένοι στο σπίτι μας θα πρέπει να στρέφουμε την προσοχή μας στους Αγίους, στην Παναγία και προπάντων στον Σταυρό του Χριστού, ο οποίος αναρτημένος από τους κρουνούς που πηγάζουν από το πλευρό και από την καρδιά Του να γευόμαστε την Θεία Κοινωνία ως φάρμακο αθανασίας και αιωνιότητος».
«Όμως δεν μένουμε εις τον Σταυρό», υπογράμμισε ο κ. Οικονόμου. «Ο Χριστός προχώρησε στην ταφή, αλλά και εις την Ανάσταση. Με αυτό τον τρόπο θέλει να μας δώσει ελπίδα και αισιοδοξία ότι την λύπη, την φρίκη, τον θάνατο διαδέχεται η ελπίδα της Αναστάσεως και όπως ενθαπτόμεθα, όπως σταυρωνόμαστε, όπως έχουμε αυτή την τραγική πορεία των ημερών προς τον θάνατο, προς τον Σταυρό, προς το Πάθος, αισιοδοξούμε και ελπίζουμε στην βεβαιότητα της Αναστάσεως, διότι είναι μία εμπειρία ζωντανή στην καθημερινότητα της Εκκλησίας.
«Η Ανάσταση είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που έλαβαν εμπειρία οι μαθητές και χιλιάδες ανθρώπων, ακόμη και οι φρουροί του τάφου. Για να φθάσουμε στον απόστολο Παύλο που τονίζει ότι τα πάντα μπροστά στην Ανάσταση του Χριστού παίρνουν νέο φως. Όλα φωτίζονται, «ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια» και με την γεύση και την εμπειρία αυτής της Αναστάσεως ο άνθρωπος ξεπερνά την φθορά, την ασθένεια, τον θάνατο και γεύεται την Βασιλεία των Ουρανών, την αιωνιότητα του Παραδείσου, απ’ όπου ο ίδιος με δική του επιλογή την εξέπεσε, αλλά ο Χριστός δια του Σταυρού και της Αναστάσεώς Του τον επανέφερε ανακαινισμένο, αναγεννημένο. «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται», λέει ο απόστολος Παύλος, «ματαία ηπίστις ημών, μάταιο και το κήρυγμα ημών», άρα, λοιπόν, τα πάντα θα φωτιστούν σε λίγες μέρες από το φως της Αναστάσεως».
«Θα περάσει η πανδημία, θα φθάσει στο τέλος της. Είναι μια πτώση, είναι μια δοκιμασία, είναι μια τραγικότητα, μια ευκαιρία για ενδοσκόπηση με την κοινωνία, με την πνευματική διάσταση του ανθρώπου», πρόσθεσε.
«Το μήνυμα της Αναστάσεως είναι αυτό το οποίο απευθύνεται στον κάθε άνθρωπο απ’ αυτό εδώ το βήμα της Εκκλησίας και ότι η Ανάστασης είναι η ελπίδα μας. Εφ’ όσον ο Χριστός αναστήθηκε «θάνατον πατήσας, έδωκεν ημίν ζωήν την αιώνιον».
Κατακλείοντας τον λόγο του ο κ. Οικονόμου επεσήμανε ότι «η ελπίδα και η αισιοδοξία θα πρέπει να κυριαρχούν στη ζωή μας, στην ύπαρξή μας και όχι ο θάνατος και η απειλή του θανάτου, που δεν έχουν τη δύναμη να μας κρατήσουν για πάντα αιχμάλωτους. Η Ανάστασης είναι και η προσδοκία μας, γι’ αυτό τον λόγο η Εκκλησία μας υψώνει τον Σταυρό, ώστε όλοι ατενίζοντας Τον να πορευόμαστε στον δρόμο της Αναστάσεως, στον δρόμο της σωτηρίας, της ελπίδας και της αιωνιότητος».
Προ του τέλους της θείας Λειτουργίας εψάλλη Ιερά Παράκληση προς την Ελεούσα Κυρά του Κύκκου, έγινε δέηση και διαβάστηκε ειδική Ευχή δια την εκ του κορωνοϊού δοκιμασίαν, ποίημα του Δρος Χαραλάμπη Μ. Μπούσια, Μεγάλου Υμνογράφου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας.
Λουκάς Α. Παναγιώτου

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

«Συμβολή Κυπρίων στην Αρχέγονη Εκκλησία και την Κύπρο»

Η Ιερά Αρχιεπισκοπή Μαρωνιτών Κύπρου (Archidioecesis Cyprensis Maronitarum) και το υψηλού επιστημονικού κύρους Τμήμα Θεολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, το οποίο συγκεντρώνει, στην υπηρεσία της έρευνας και της ανώτατης παιδείας, μια ομάδα εκλεκτών Καθηγητών, που έχουν διακριθεί για τη σπουδαιότητα των ερευνών τους στις Θεολογικές, καθώς και στις κοινωνικές, τις ανθρωπιστικές και τις πολιτιστικές επιστήμες.
Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, το Θεολογικό Κέντρο «Άγιος Εφραίμ» της Αρχιεπισκοπής Μαρωνιτών υποδέχθηκε στο βήμα του, τόσο στη Λευκωσία όσο και στην Λεμεσό, τον Καθηγητή και Πρόεδρο του Τμήματος Χρήστο Κ. Οικονόμου. Ο διαπρεπής Καθηγητής των Βιβλικών Σπουδών και συγγραφέας πλειάδας άρθρων και μονογραφιών, μεταξύ των οποίων: «Οι απαρχές του Χριστιανισμού στην Κύπρο», ανέπτυξε το θέμα: «Συμβολή Κυπρίων στην Αρχέγονη Εκκλησία και την Κύπρο».
Τον κ. Οικονόμου υποδέχθηκε και προλόγισε ο Αρχιεπίσκοπος Μαρωνιτών, Δρ Θεολογίας και Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λιβάνου, Ιωσήφ Σουέηφ (Youssef Soueif).
Ο Καθηγητής Οικονόμου έκανε ιδιαίτερη αναφορά στη μεγάλη προσωπικότητα του «Κυπρίου τω γένει» Βαρνάβα, ο οποίος, ως αυθεντικός ερμηνευτής του κηρύγματος των Αποστόλων, έπαιξε ένα ρόλο «υπουργού εξωτερικών», θα λέγαμε», της αρχέγονης Εκκλησίας.
Η πρώτη σημαντική προσφορά του Ιωσήφ – Βαρνάβα προς την Εκκλησία των Ιεροσολύμων ήταν η προσφορά των χρημάτων, που εισέπραξε από το χωράφι που είχε στην πατρίδα του την Σαλαμίνα της Κύπρου, για την ενίσχυση των Αποστόλων και των πρώτων Χριστιανών, οι οποίοι στα Ιεροσόλυμα δεν είχαν την  δυνατότητα οικονομικής συντήρησης και επιβίωσης. Ακολούθως η μεγάλη προσφορά του Ιωσήφ, ο οποίος από τους Αποστόλους ονομάστηκε Βαρνάβας, δηλαδή υιός Παρακλήσεως, ήταν η διαμεσολάβησή του, ώστε ο διώκτης των Χριστιανών Σαούλ να παρουσιαστεί στον κύκλο των Αποστόλων και να τον «επιβάλει» στους χριστιανούς των Ιεροσολύμων, αλλά και σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Ο Βαρνάβας γνώριζε προ πολλού τον Σαούλ ως συμφοιτητής του παρά τους πόδας του γνωστού Νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ. Η συμπόρευσή τους, κατά την Α΄ Αποστολική περιοδεία τους στην Κύπρο και την Μικρά Ασία, είχε ως αποτέλεσμα ο Χριστιανισμός να βγει από τα Ιουδαϊκά πλαίσια και την Παλαιστίνη και να διαδοθεί στους Ελληνιστές Ιουδαίους, οι οποίοι ήταν διασκορπισμένοι στον τότε γνωστό κόσμο. Αποτέλεσμα της ιεραποστολής τους στην Κύπρο ήταν η μεταστροφή του Σέργιου Παύλου στην πρωτεύουσα του νησιού στην Πάφο περί το 45/46 μ.Χ. που είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση της Εκκλησίας της Κύπρου.
Ο κ. Οικονόμου σημείωσε ότι το Ευαγγέλιο στην Κύπρο για πρώτη φορά κηρύχθηκε από τους μαθητές του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, μετά  τον θάνατό του και κατά την κλήση και μεταστροφή του Παύλου γύρω στο 34/35 μ.Χ. Στην Α΄ Αποστολική περιοδεία των Βαρνάβα και Παύλου στην Κύπρο και την Μικρά Ασία είχαν ως συνοδό τους τον ανεψιό του Βαρνάβα, τον Ιωάννη – Μάρκο, τον γιο του αδελφού του Βαρνάβα, του Αριστόβουλου, του άνδρα της Μαρίας. Ο Αριστόβουλος ήταν κατά την παράδοση, εκείνος ο οποίος διέδωσε τον Χριστιανισμό στην Αγγλία. Η Μαρία διέθετε ένα μεγάλο σπίτι στα Ιεροσόλυμα, όπου αναπαυόταν ο Ιησούς και οι Απόστολοι, όταν ανέβαιναν στα Ιεροσόλυμα. Υποστηρίζεται ότι σ’ αυτό το σπίτι της Μαρίας τελέστηκε ο Μυστικός Δείπνος και έλαβε χώρα, κατά την Πεντηκοστή, η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.
Η αναφορά του Πέτρου στην Α΄ Καθολική επιστολή του στον Μάρκο ως «υιόν» του, ομόφωνα από την Αποστολική και Πατερική παράδοση ερμηνεύτηκε ως πνευματικός υιός και όχι σαρκικός.
Τέλος, ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας, αναφέρθηκε και στον Μνάσωνα, τον αρχαίο μαθητή, ο οποίος επίσης ήταν Κύπριος. Κατά τον Καθηγητή, ο Μνάσωνας ήταν μεταξύ των εβδομήκοντα Αποστόλων και ως αρχαίος μαθητής υπήρξε η πηγή του συγγραφέα των Πράξεων, ο οποίος είχε από τον Μνάσωνα πλούσιο κυπρολογικό υλικό, γι’ αυτό και ο Λουκάς διέσωσε τόσες πληροφορίες για το κυπριακό στοιχείο, που καταγράφεται στις Πράξεις των Αποστόλων.
Στο τέλος των διαλέξεων υποβλήθηκαν ερωτήσεις και δόθηκαν οι σχετικές απαντήσεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, όσοι από τους Μαρωνίτες, τόσο στη Λευκωσία όσο και στη Λεμεσό, παρακολούθησαν τις διαλέξεις, εξέφρασαν την ικανοποίησή τους, γιατί ως Κύπριοι πληροφορήθηκαν τη μεγάλη συμβολή των συμπατριωτών τους στην πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων, αλλά και στη διάδοση του χριστιανισμού «εις πάντα τα έθνη».
Παράλληλα αυτό που, επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί είναι το γεγονός ότι το Τμήμα Θεολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας δεν απευθύνεται μόνο προς τους φοιτητές του, αλλά πραγματοποιεί ανοίγματα προς την κοινωνία και τον κόσμο, που θέλει να ενημερωθεί για τον Χριστιανισμό και τον Πολιτισμό του νησιού του.

Λουκάς Α. Παναγιώτου

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Κοπή Βασιλόπιτας του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Μέσα σε μια ζεστή και εορταστική ατμόσφαιρα και με τις ευλογίες του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου, πραγματοποιήθηκε η καθιερωμένη κοπή της Βασιλόπιτας του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, το πρωί του Σαββάτου, 1η Φεβρουαρίου 2020, στο αμφιθέατρο Unesco των εγκαταστάσεων του Πανεπιστημίου της Κυπριακής Πρωτεύουσας.
Παρέστησαν, επίσης, ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Ταμασού και Ορεινής κ. Ησαϊας, ο Έξαρχος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Νιτρίας κ. Νικόδημος, ο Έξαρχος του Παναγίου Τάφου Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βόστρων κ. Τιμόθεος, ο  Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αμαθούντος κ. Νικόλαος, ο Αρχιεπίσκοπος των Μαρωνιτών Κύπρου κ. Ιωσήφ Σουέηφ, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, ο Πρόεδρος της Παγκύπριας Ένωσης Ελλήνων Θεολόγων (ΠΕΕΘ) κ. Γιώργος Κυριάκου, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Θεολόγων ΟΕΛΜΕΚ κ. Χριστάκης Ευσταθίου, οι Καθηγητές και οι φοιτητές του Μεταπτυχιακού και Διδακτορικού Προγράμματος του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Την εκδήλωση άνοιξε με χαιρετισμό του ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας Καθηγητής Χρήστος Οικονόμου, ο οποίος αναφέρθηκε στα πολύ καλά αποτελέσματα της πρώτης πενταετίας λειτουργίας του Τμήματος, αλλά και τις ελπιδοφόρες και πολύ υποσχόμενες προοπτικές του. Υπογράμμισε το υψηλό επίπεδο της Θεολογίας που προσφέρει το Μεταπτυχιακό και Διδακτορικό Πρόγραμμα, το οποίο έχει αγκαλιαστεί από σημαντικό αριθμό πτυχιούχων όχι μόνο της Θεολογίας, αλλά και των άλλων ειδικοτήτων, όπως είναι φιλόλογοι, γιατροί, δικηγόροι, μαθηματικοί, χημικοί, δάσκαλοι, γεγονός το οποίο, όπως τόνισε «συμβάλλει τα μέγιστα στη διεπιστημονικότητα και στην εν γένει πρόοδο της θεολογικής επιστήμης». Επεσήμανε, παράλληλα, ότι το Τμήμα Θεολογίας «με τις επιστημονικές παρεμβάσεις και τον θεολογικό του λόγο προσπαθεί να είναι παρών στα κοινωνικά και θεολογικά δρώμενα της Κύπρου και του ελλαδικού χώρου».
Κλείνοντας τον χαιρετισμό του ο κ. Οικονόμου, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, ο οποίος βρίσκεται στην Αμερική για λόγους υγείας και εξέφρασε τη συμπάθεια και τις ευχές του «να έχει αποτέλεσμα η επίσκεψή του και, ανθρωπίνως ομιλούντες, να επιστρέψει στα καθήκοντά του, διότι και εμείς διακονούμε την Εκκλησία και τη Θεολογία και η αγάπη μας επεκτείνεται σε όλο τον κόσμο, πολλώ μάλλον στην Ιεραρχία και τους ανθρώπους, οι οποίοι υπηρετούν και διακονούν τον τόπο από την πλευρά της Εκκλησίας. Εύχομαι περαστικά στον Μακαριώτατο».

Στον δικό του χαιρετισμό ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας κ. Φίλιππος Πουγιούτας ευχαρίστησε τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Κύκκου για την συνεχή και έμπρακτη υποστήριξή του προς το Πανεπιστήμιο Λευκωσία και ειδικότερα προς το Τμήμα Θεολογίας, το οποίο έχει θέσει υπό την αιγίδα και υψηλή επιστασία του, αλλά και τους λοιπούς Αρχιερείς για την στήριξη τους.
Ο κ. Πουγιούτας ευχαρίστησε, ακολούθως, ιδιαίτερα τους φοιτητές γιατί, όπως σημείωσε, «μαζί με τους καθηγητές και το διοικητικό δυναμικό του Προγράμματος Θεολογίας έχετε κτίσει ένα Τμήμα, το οποίο κοσμεί πραγματικά το Πανεπιστήμιό μας. Καλή χρονιά, υγεία, ευτυχία και λαμπρά επαγγελματική επιτυχία».
Αμέσως, μετά τους χαιρετισμούς, ακολούθησε σύντομη εισήγηση κατά την οποία ο πρώην Επιθεωρητής Θεολογικών Μαθημάτων Μέσης Εκπαίδευσης, Δρ Ανδρέας Παπαβασιλείου, ανέπτυξε το θέμα: «Η πνευματική διάσταση του οφθαλμού μεταποιεί το όργανο της οράσεως σε μέσο της ψυχής για ενόραση μεταφυσικών καταστάσεων».
Ο εισηγητής επεσήμανε πως «η έννοια του οφθαλμού χρησιμοποιήθηκε για τη φραστική απόδοση της πνευματικής δυνατότητας του ανθρώπου να βλέπει πράγματα πέραν από αυτά που υπόκεινται στην κατ’ αίσθησιν αντίληψη».

«Στα Πατερικά κείμενα», σημείωσε, «γίνεται λόγος και για «οφθαλμόν του Θεού», ανεξάρτητα αν ο Θεός δεν είναι «ανθρωποειδής». Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς γράφει, ότι «όλος ακοή και όλος οφθαλμός, ίνα τις τούτοις χρήσηται τοις ονόμασιν, ο Θεός». Πολύ επεξηγητική είναι εν προκειμένω του Ωριγένους η σχετική ερμηνεία: Όπως ακριβώς για τους ανθρώπους το χέρι, το πόδι, ο οφθαλμός και το αυτί είναι σημαντικά μέλη του σώματος, το ίδιο είναι αυτά και για τον Θεό, με διαφορετική όμως τη σημασία και τη λειτουργικότητά τους. Για τον Θεό ο οφθαλμός δηλώνει την εποπτική ιδιότητά του».
Ο κ. Παπαβασιλείου κλείνοντας την σύντομη και περιεκτική εισήγησή του τόνισε ότι, «όποιος είναι σε θέση να δεχθεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, είναι δυνατόν να γίνει ή οφθαλμός στο σώμα της Εκκλησίας ή να πάρει τη θέση του χεριού ή να τη στηρίζει όπως τα πόδια».

Ο Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρος στην προσφώνηση του, πριν από την ευλογία και κοπή της βασιλόπιτας του Τμήματος Θεολογίας, «του οστράκινου αυτού σκεύους της τριτοβάθμιας παιδείας», όπως το χαρακτήρισε, αναφέρθηκε, αρχικά, στον ιστορικό και εκκλησιαστικό πυρήνα του εθίμου της Βασιλόπιτας, ενώ στην συνέχεια μίλησε, πατρικά και με πολλή αγάπη και εγκαρδιότητα, προς τους φοιτητές και προς όλους τους συμμετέχοντες στην εκδήλωση.
«Η πρώτη ευχή που θα ήθελα να κάνω είναι προς τους φοιτητές μας του Πανεπιστημίου αυτού να έχουν δύναμη και φωτισμό του Αγίου Πνεύματος στην δύσκολη προσπάθεια που καταβάλλουν, για να γίνουν μύστες της θείας επιστήμης της Θεολογίας, η οποία Θεολογία, πολύ ορθώς έχει χαρακτηρισθεί σαν η καρδία της Εκκλησίας, γιατί, όταν η ακαδημαϊκή Θεολογία ενεργεί ως εκκλησιαστική, όταν δηλαδή βρίσκεται σε στενή οργανική συνάρτηση με την Εκκλησία και δεν εκτρέπεται σε σχολαστικές αναζητήσεις, τότε είναι ο εκφραστής του φρονήματος της Εκκλησίας και αποβαίνει δύναμη προς αντιμετώπιση όλων των δυσκολιών και όλων των προβλημάτων της Εκκλησίας», τόνισε.

Ευχήθηκε, ακολούθως, «το νέο έτος 2020 να είναι για όλους μας αφετηρία για μια κοινή πνευματική αναγέννηση, για μια καινούργια ζωή. Μια ζωή αγάπης και αλληλεγγύης και εσωτερικής πνευματικής ελευθερίας από τα πάθη και τις αδυναμίες μας. Ας είναι το νέο έτος, έτος ειρήνης, δικαιοσύνης, ελευθερίας όλων των λαών, που καταδυναστεύονται με διάφορα προσχήματα από τους ισχυρούς του κόσμου τούτου».
Κατακλείοντας, ο Πανιερώτατος, ευχήθηκε το νέο έτος 2020 να είναι για τη δοκιμαζόμενη πατρίδα μας «έτος λύτρωσης από τα δεινά της. Να είναι έτος δικαίωσης των ελπίδων και των προσδοκιών του λαού μας».

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την ευλογία, την κοπή, τη διανομή της Βασιλόπιτας και το κέρασμα για όλους τους παρευρισκομένους.
Λουκάς Α. Παναγιώτου

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

Τα Άγια Θεοφάνεια στο Μετόχι του Κύκκου στην Λευκωσία

Σε ευφρόσυνο κλίμα και με την δέουσα εκκλησιαστική τάξη και λαμπρότητα εορτάσθηκε, στο Μετόχι του Αγίου Προκοπίου της Ιεράς Μονής Κύκκου στη Λευκωσία, η μεγάλη Δεσποτική Εορτή της Βάπτισης του «πάσης επέκεινα καθαρότητος» Κυρίου στα ιορδάνεια νάματα και η θαυμαστή φανέρωση του Τριαδικού Θεού στον κόσμο.

Των ιερών Ακολουθιών προέστη ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρος, συμπαραστατούμενος από Πατέρες της Μονής και κληρικούς της Μητροπόλεως Κύκκου, στην παρουσία του Δημάρχου Έγκωμης Ζαχαρία Κυριάκου, του Βοηθού Αρχηγού Αστυνομίας Δημήτρη Δημητρίου, του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Γιαννάκη Χαραλάμπους, άλλων πολιτικών και πολιτειακών αξιωματούχων και πολλών πιστών, οι οποίοι συμμετείχαν με κατάνυξη στις ιερές Ακολουθίες.


Μετά το πέρας της θείας Λειτουργίας, έλαβε χώρα η εν πομπή λιτάνευση της εικόνας της Βαπτίσεως του Κυρίου και του Τιμίου Σταυρού προς την παρακείμενη και κατάλληλα ευπρεπισμένη εξέδρα, η οποία τοποθετήθηκε στην ανατολική πλευρά της υδατοδεξαμενής, στο κέντρο των καταπράσινων κήπων του Μετοχίου.


Παρά τις άστατες καιρικές συνθήκες και τις δυσμενείς μετεωρολογικές προβλέψεις πλήθος κόσμου κατέκλυσε περιμετρικά την υδατοδεξαμενή, για να μετάσχει στην Εορτή, να παρακολουθήσει την τελετή κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού και του καθαγιασμού των υδάτων, αλλά και να λάβει την ευλογία του Αγιασμού, τη χάρη και τον φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος.


Ο Κύκκου Νικηφόρος, εξέφρασε την ευχή προς όλους τους παρισταμένους να έχουν «υγεία, αληθινή πνευματική χαρά, οικογενειακή ευτυχία και διπλή ελευθερία. Ελευθερία, δηλαδή, από τη δουλεία του Τούρκου κατακτητή, αλλά και ελευθερία πνευματική από τα πάθη και τις αδυναμίες μας».

Λουκάς Α. Παναγιώτου