Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Βίος του Αγίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού


(Απόδοση του αρχαίου κειμένου στην Νέα Ελληνική: Γιώργος Κυθραιώτης)

Ο Άγιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής γεννήθηκε και ανατράφηκε στη νήσο των Κυπρίων, τον καιρό της βασιλείας του Νικηφόρου. Καταγόταν από μια κωμόπολη, που ονομαζόταν Λαμπάδα, από γονείς ευσεβείς και θεοφοβούμενους. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και ονομαζόταν Κυριακός, η δε μητέρα του Άννα. Και οι δύο ήσαν ευλαβείς άνθρωποι.
Όταν ήσαν νέοι είχαν αποκτήσει παιδιά, γιους και κόρες, και αργότερα, στα γεράματά τους, απέκτησαν τον μακάριο Ιωάννη. Μετά τη γέννησή του, η μητέρα του δεν έκανε άλλα παιδιά. Όταν μεγάλωσε το παιδί, ο πατέρας του το έστειλε να μάθει τα ιερά γράμματα. Μέσα σε λίγο χρόνο, ο Ιωάννης μπορούσε να διαβάζει καθαρά τα πάντα και να καταλαβαίνει όλη τη δύναμη των ιερών γραμμάτων.
Τότε, οι γονείς του τον στείλανε για ν’ αρραβωνιαστεί με μια κοπέλα σε άλλο χωριό της ίδιας περιοχής. Αφού έγινε αυτό, βάζει διαβολή ο μισόκαλος και πονηρός διάβολος, με σκοπό να παρακινήσει εναντίον του, με φθόνο και βασκανία, τους γονείς της κοπέλας με την οποία επρόκειτο να τον αρραβωνιάσουν. Έτσι, με σατανική ενέργεια, αφού τα πεθερικά του αγόρασαν ψάρι και παρασκεύασαν με τις γητειές τους, του το έδωσαν να το φάει κι ευθύς έχασε το φως του. Στη συνέχεια, τα πεθερικά μηνούν στον πατέρα του δίκαιου πως ο γιος του τυφλώθηκε. Κι όταν ο πατέρας του ήρθε κι είδε τα μάτια του γιου του, έκλαψε πικρά. Το ίδιο κι η μητέρα και τα αδέλφια του που θρηνούσαν κι έλεγαν: «Αλλοίμονο σε μας τους ταπεινούς κι αμαρτωλούς! Από που έπεσε αυτό το κακό πάνω στο παιδί μας που ήταν η χαρά μας; Πως έτσι κατάντησε η όψη του γιου μας; Για τις δικές μας αμαρτίες τυφλώθηκε ο γιός μας!». Έτσι πολύ τον θρήνησαν, αναλογιζόμενοι το τρομερό γεγονός που συνέβη στο δίκαιο Ιωάννη. Από κείνη λοιπόν τη μέρα, τον πήραν οι γονείς του στο σπίτι τους και του έδωσαν ένα υπηρέτη. Κι ο υπηρέτης είχε το ίδιο όνομα με τον δίκαιο.
Όσο για τον άγιο, αυτός τα υπέμενε όλα και καρτερικά ευχαριστούσε τον Θεό, όπως ο μέγας Ιώβ. Το φαγητό του το έδινε πάντα στους φτωχούς, ενώ αυτός έτρωγε ελάχιστα, ακολουθώντας τον νόμο της φύσης. Κι αφού έπαιρνε τροφή κάθε τρεις η τέσσερεις μέρες, περισσότερο τρεφόταν από τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Έζησε δε με τέτοια καρτερία για δώδεκα χρόνια, διάγοντας τη ζωή του με άσκηση, αγνότητα, προσευχή, ησυχία και θεωρία· μετέχοντας στις χορείες των αγγέλων κι έχοντας μεγάλη χαρά για τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος που τον επισκέφθηκε φωτίζοντάς του τη διάνοια.
Κάποια μέρα, όταν κόντευε ο δίκαιος να παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο, λέγει στον υπηρέτη του: «παιδί μου, βλέπω έναν αετό χρυσόφτερο να πετά γύρω μου και με τούτο το σημείο προσδοκώ, πως αύριο, μετά το μεσημέρι, θ’ αφήσω τούτη τη ζωή και θα πάω στον Κύριο». Κι αμέσως λέει στον υπηρέτη: «πήγαινε στο αμπέλι και φέρε μου ένα τσαμπί, το καλύτερο που θα βρεις!». Κι ο υπηρέτης του λέει: «Κύριέ μου, ο πατέρας σου δεν ήρθε ακόμα στο αμπέλι να διαβάσει την ευχή». Γιατί συνήθιζε ο μακάριος Κυριακός κάθε χρόνο να μπαίνει πρώτος στο αμπέλι και να διαβάζει ευχή και μετά ακολουθούσαν οι άλλοι για να μαζέψουν τους καρπούς του αμπελιού. Όμως ο δίκαιος Ιωάννης, θέλοντας με το γεγονός αυτό να δείξει σημείο της ενέργειας και της θέλησης του Αγίου Πνεύματος που κατοικούσε μέσα του, λέγει πάλι στον υπηρέτη: «Σύρε και φέρε μου ένα τσαμπί και μη φοβάσαι!». Κι ο υπηρέτης πήγε στο αμπέλι κι έφερε το σταφύλι στον άγιο, ο οποίος χάρηκε που το πήρε και αφού το ευλόγησε άρχισε να τρώει. Έτυχε όμως την ώρα εκείνη να τον δει ο πατέρας του να τρώει το σταφύλι. Και ταράχτηκε ο πατέρας του μόλις τον είδε. Και σήκωσε το χέρι και τούδωσε ένα χαστούκι, λέγοντάς του: «Τυφλέ, πως έστειλες τον υπηρέτη να κόψει σταφύλι πριν δοθεί η ευχή στο αμπέλι;». Κι άγιος υπέμεινε σιωπώντας, χωρίς να ειπεί τίποτα. Τότε λέει ο άγιος στον υπηρέτη του: «Παιδί μου, πάρε το τσαμπί που μου έφερες, και πήγαινε στο αμπέλι και κόλλησέ το εκεί απ’ όπου το έκοψες». Κι ο υπηρέτης έκαμε όπως του είπε, πήγε στο αμπέλι και έβαλε το τσαμπί στο σημείο απ’ όπου το έκοψε κι ευθύς, με την πρεσβεία του αγίου και με τη χάρη του Θεού, ξανακολλήθηκε το τσαμπί εκεί που ήταν προηγουμένως. Βλέποντας αυτό το θαύμα ο υπηρέτης φώναζε για πολύ ώρα μεγαλοφώνως το, «Κύριε ελέησον». (Κι από τότε λοιπόν, σ’ όλα τα κλήματα, στο σημείο εκείνο που ενώθηκε το τσαμπί με το κλήμα, φαίνεται μια τομή, γι’ αυτό και το τσαμπί κόβεται αμέσως και χωρίς δυσκολία). Όταν είδε ο υπηρέτης αυτό το θαύμα, πως δηλαδή κρεμάσθηκε ξανά το τσαμπί στο κλήμα, επέστρεψε αμέσως τρέχοντας στον άγιο και τον βρήκε πεθαμένο, όπως ακριβώς είχε προείπει. Διότι ήταν μεσημέρι.
Όταν έμαθαν το γεγονός οι γονείς του, έσπευσαν να ’ρθούν και φτάνοντας τον βρήκαν νάχει τελειωθεί. Κήδεψαν λοιπόν το τίμιο του λείψανο με πολλούς ιερείς και πολύ κόσμο και το έθαψαν στον ναό του Αγίου Ηρακλειδίου. Κι αφού πέρασαν πολλές μέρες, μερικοί έβλεπαν στο μνήμα του αγίου ένα λαμπρό φως για πολλές νύχτες, και για το θαύμα αυτό πληροφόρησαν και τον μακάριο Κυριακό. Ο οποίος ταπεινώνοντας  τον εαυτό του έλεγε: «Πλανάσθε, αδελφοί μου, γιατί αυτό το φως είναι το φως απ’ τα καντήλια». Εκείνοι πάλι του έλεγαν: «Αυτό το φως που βλέπουμε, βγαίνει απ’ τον τάφο του γιου σου».
Ύστερα απ' όλ' αυτά, ήρθαν κάποιοι σεληνιασμένοι ρωτώντας να βρουν τον τάφο του αγίου Ιωάννη και λέγοντας: «Που είναι το σώμα του αγίου και δίκαιου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, για να το προσκυνήσουμε και να βρούμε τη γιατρειά μας;». Και στέκοντας πάνω από τον τάφο χτυπούσαν επάνω τους και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βρούνε τα λείψανά του. Όταν τ’ άκουσε αυτά ο μακάριος Κυριακός ταράχτηκε πολύ και πήγε και τους έκανε παρατήρηση. Εκείνοι όμως περισσότερο χτυπιόντουσαν λέγοντας: «Δεν φεύγουμε πάτερ, ώσπου να θεραπευθούμε και να φανερώσουμε τον κρυμμένο θησαυρό, διότι γι' αυτό το θησαυρό σταλήκαμε εδώ πέρα». Αφού πείσθηκε με μεγάλη δυσκολία ο μακάριος Κυριακός, τους είπε: «Αν ήρθατε εδώ με συνέργεια του Κυρίου, ας γίνει όπως θέλετε». Τότε, μαζεύτηκαν όλοι εκείνοι που έβλεπαν το φως στο μνήμα του αγίου και, μαζί με τους δύο εκείνους άνδρες, πήρανε σκαπάνες κι αφού άνοιξαν τον τάφο του αγίου Ιωάννη βρήκανε τ' άγιά του λείψανα -μάλιστα η καρδιά του ήτανε σώα και άφθορη, σαν ξερό σύκο- και τα κατέθεσαν στο ναό του Αγίου Ηρακλειδίου. Οι σεληνιαζόμενοι τότε βρήκαν την υγεία τους, και γεμάτοι χαρά κι αγαλλίαση, ευχαρίστησαν τον Θεό και τον άγιο κι έφυγαν. Από τότε λοιπόν, πολλά και μεγάλα θαύματα γίνονταν στον λαό από τον άγιο, τα οποία ο πατέρας του δεν πίστευε.
Κάποια μέρα λοιπόν, ο πατέρας του, αφού προηγουμένως είχε φάει κρέας και ήρθε να προσκυνήσει τα λείψανα του γιου του, αμέσως έσπασαν τα δόντια του. Από τότε ο πατέρας κι η μητέρα του Αγίου άρχισαν να έρχονται κάθε μέρα και να προσκυνούν τα λείψανα του γιου τους και να προσεύχονται εκεί.
Κάποια άλλη μέρα, ενώ στεκόταν ο μακάριος Κυριακός εκεί όπου ήσαν τα λείψανα του αγίου, άκουσε μια φωνή να του λέει: «Πήγαινε στον ναό της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Αναστασίας, δες πως είναι φτιαγμένος κι ύστερα φτιάξε και για μένα έναν ναό παρόμοιο μ’ εκείνον, σ’ αυτόν εδώ τον τόπο!». Τότε, αφού έφερε ο τιμιώτατος εκείνος άνδρας κτίστες, έκτισε τον ναό του Αγίου Ιωάννη, μέσα στον οποίο και κατέθεσαν τα άγιά του λείψανα. Ύστερα, έκτισαν και δεύτερο ναό, του Αγίου Ηρακλειδίου, πολύ ωραίο και κοντά στον πρώτο, για νάρχεται το πλήθος του ορθόδοξου λαού, να δοξολογεί τον Κύριο και Θεό και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό και τον δούλο Του τον ξακουστό για τα θαύματα Ιωάννη. Και μέσα σ’ αυτό τον άγιο και πανσεβάσμιο ναό, συναθροίζεται κάθε χρόνο τη μέρα της μνήμης του Αγίου και ενδοξότατου Ιωάννη, ο ορθόδοξος λαός του Θεού και αναπέμπει δοξολογία.
Τότε ο μακάριος Κυριακός κάλεσε ένα άριστο ζωγράφο, απ’ τους καλύτερους τεχνίτες, να ζωγραφίσει τη μορφή (εικόνα) του Αγίου Ιωάννη. Κι αφού ήρθε ο ζωγράφος στο ναό του αγίου κάθισε και τον απασχολούσε με ποιό σχήμα θα έπρεπε να αποδώσει τη μορφή του Αγίου. Κι αφού ο Άγιος τον είδε σκεφτικό, του εμφανίστηκε ως εξής: ενώ δηλαδή καθόταν ο άνθρωπος εκείνος στον ναό του αγίου, βλέπει κάποιον νεαρό να μπαίνει στον ναό, ντυμένος σαν νοτάριος και να στέκει στη μέση του ναού, κι ύστερα από λίγο να εξαφανίζεται. Τότε, αφού κατάλαβε ο άνθρωπος εκείνος ότι αυτός που παρουσιάστηκε ήταν ο ίδιος ο άγιος, ζωγράφισε τον άγιο Ιωάννη σύμφωνα με την μορφή που είδε.
Κι από τότε φαίνεται σε όσους τον βλέπουν σαν ζωντανή στήλη και σαν εικόνα που έχει πνοή. Και μέσω του γίνονται πολλά και μεγάλα θαύματα στον ναό, που η γραφή μας δεν μπορεί εδώ να ιστορήσει, γιατί είναι υπερφυσικά. Διότι θεραπεύει κάθε είδους αρρώστιες, διώχνει δαιμόνια, χαρίζει τη θωριά σε τυφλούς, θεραπεύει ασθενείς. Βρίσκεται πάντα προστάτης και φύλακας όλων των περιχώρων της Μαραθάσας κι οδηγός σωτήριος. Κι όπως ο βοσκός φροντίζει τα πρόβατα, έτσι φροντίζει το ποίμνιο που του εμπιστεύτηκε ο Κύριος. Σαν πιστός και φρόνιμος οικονόμος, δίνει έγκαιρα τροφή σ’ όσους χρειάζονται, στον καιρό των αναγκών και θλίψεων. Γίνεται επιθυμητός στους φίλους του, φοβερός και ποθητός φαίνεται σ’ όσους τον πλησιάζουν, κι όχι μόνο σ’ όσους είναι κοντά, αλλά και σ' εκείνους που είναι μακριά· και σε πολλούς παρουσιάστηκε, οδηγώντας τους προς το πνευματικό τους συμφέρον. Κι επιτελεί μεγάλα και παράδοξα και υπερφυσικά θαύματα, στον ουρανό όσο και στη γη, κατά τρόπο που να προκαλεί κατάπληξη σε όσους τα ακούν και τα σκέφτονται. Γιατί τότε γνωρίζουν τη δύναμη και την ενέργειά του, και με τα θαύματα φαίνεται πόσο μεγάλος και ποθητός είναι. Και γι’ αυτόν χαίρεται όλη η νήσος της Κύπρου, έχοντας τέτοιο μεγάλο προστάτη και βοηθό, θερμό αντιλήπτορα και υπερασπιστή, θεραπευτή των ψυχών και των σωμάτων. Γιατί όπως και πριν την κοίμησή του, ενώ ζούσε ακόμα, ήταν ελεήμονας και φιλόξενος και κηδεμόνας και ευεργέτης, έτσι και τώρα αναδεικνύεται για όλους χαρίζοντας σ' όσους μας τον θείο του ναό σαν άλλο παράδεισο.
Και γι’ αυτό, οι πιστοί και ορθόδοξοι με πολλή προθυμία μαζεύονται στον πάνσεπτο ναό του, με όλη την οικογένειά τους, κι αναπέμπουν δοξολογία και ευχαριστία στον μόνο Θεό, που έκανε ν’ ανατείλει αυτό το υπέρλαμπρο άστρο, ο ξακουστός για τα θαύματα Ιωάννης ο ένδοξος, που φωτίζει τις ψυχές και τα σώματά μας. Διότι όλοι όσοι έρχονται κοντά του γνωρίζουν, όλα όσα είπαμε πιο πάνω, από τα οποία αναφέραμε μονάχα ένα μικρό μέρος για λόγους συντομίας. Και τη μέρα την ένδοξης μνήμης του γιορτάζουμε κι εμείς με μεγάλη χαρά και πανηγυρίζουμε. Γι’ αυτό ας φωνάξουμε όλοι με φωνή αγαλλίασης:
Με τις πρεσβείες του Αγίου Ιωάννη, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, ως μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος. Αμήν.

*Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Μόρφου,
 Άγιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής, εκδόσεις Θεομόρφου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου